τολμῆσαι

τολμῆσαι
τολμάω
Bodl. Quarterly Record
aor inf act (attic ionic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Look at other dictionaries:

  • τολμήσαι — τολμήσαῑ , τολμάω Bodl. Quarterly Record aor opt act 3rd sg (attic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κἀτόλμησ' — ἀ̱τόλμησα , ἀτολμάω to be aor ind act 1st sg (attic doric ionic aeolic) ἀτόλμησι , ἀτολμάω to be pres ind act 3rd sg ἀ̱τόλμησο , ἀτολμάω to be imperf ind mp 2nd sg (doric aeolic) ἀτόλμησο , ἀτολμάω to be pres imperat mp 2nd sg ἀ̱τόλμησο , ἀτολμάω …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τόλμησ' — τόλμησι , τόλμησις a reckless act fem voc sg τόλμησι , τολμάω Bodl. Quarterly Record pres ind act 3rd sg τόλμησο , τολμάω Bodl. Quarterly Record pres imperat mp 2nd sg τόλμησαι , τολμάω Bodl. Quarterly Record pres ind mp 2nd sg τόλμησαι , τολμάω… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σκευωρώ — σκευωρῶ, έω, ΝΜΑ, και κυρίως το παθ. σκευωροῡμαι, έομαι, και σκαιωρῶ, έω και σκαιωροῡμαι, έομαι, Α σχεδιάζω κάτι κακό εναντίον κάποιου με ύπουλο και κρυφό τρόπο, μηχανορραφώ, μόνος μου ή με τη σύμπραξη πολλών («οι πολιτικοί του αντίπαλοι… …   Dictionary of Greek

  • τελάσσαι — Α (κατά τον Ησύχ.) «τολμῆσαι, τλῆναι». [ΕΤΥΜΟΛ. Βλ. λ. τάλας] …   Dictionary of Greek

  • tel-1, telǝ-, tlē(i)-, tlā- —     tel 1, telǝ , tlē(i) , tlā     English meaning: to transport, carry; to bear, suffer     Deutsche Übersetzung: “aufheben, wägen; tragen; ertragen, dulden”     Material: O.Ind. tulü f. “Waage, Gewicht”, tulayati “hebt auf, wägt” (with… …   Proto-Indo-European etymological dictionary

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”